direkt zur Startseite

Η Κουζίνα της σημερινής Κωνσταντινούπολης χαρακτηρίζεται από μια πλούσια ποικιλία αρωμάτων και μπαχαρικών, χνάρια όλων αυτών των ανθρώπων που στην πορεία των αιώνων ήρθαν να ζήσουν σ΄αυτή την πόλη.

Θέλοντας να κρατήσουν ζωντανή την ανάμνηση της πατρίδας τους, πέρασαν μέσα στις συνταγές μαγειρικής τους παλιές γευστικές παραδόσεις και μυστικά. Πεπέρι, κανέλα και ζαφουρά είναι οι πολίτιμες αποσκευές τους.

Τζατζίκι, ιμάμ, κεφτέδες, σουτζουκάκια, μπακλαβάς, κανταϊφι, χαλβάς ... στο πολιτιστικό κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αναπτύσσεται τον 16ο αιώνα μια διεθνής κουζίνα, επηρεασμένη από διάφορες εθνότητες. Άραβες, Σέρβοι, Βούλγαροι, Έλληνες, Τούρκοι, ακόμη και Γάλλοι την εμπλουτίζουν με τις δικές τους παραδόσεις. Τα φαγητά παίρνουν την ονομασία τους από την επίσημη Τουρκική γλώσσα.

Η ιδιαιτερότητα της ελληνοτουρκικής κουζίνας φαίνεται στις γιορτές. Η νοικοκυρά ψωνίζει τα φρέσκα υλικά στο παζάρι και μαγειρεύοντας πλούσια γεύματα και γλυκά, ευχαριστεί την οικογένεια και τους φίλους της.

Το λίγο είναι πολύ - αυτή είναι η αρχή μας. Με απλά αλλά ολόφρεσκα υλικά δημιουργούμε μοναδικές γεύσεις σε τέλειους συνδυασμούς.

 
Υπάρχουν δύο ήδη: Η κοινή κανέλα της Κεϋλάνης (λατ. cinnamon verum) και η πιο σπάνια κινέζικη κανέλα (λατ. cinnamon cassia), η οποία έχει πιο έντονη γεύση καθώς προέρχεται από τον φλοιό των κλαδιών που είναι ήδη ενός έτους.

Το θαμνοφόρο αειθαλές δένδρο από την Κεϋλάνη, έχει ύψος 2 μέτρα. Οι βλαστοί κόβονται και ο εξωτερικός φλοιός αφαιρείται απελευθερώνοντας έτσι τα κατώτερα στρώματα.

Προέλευση: Δένδρο ιθαγενές της Σρι-Λάνκα/Κεϋλάνης. Έφθασε στην Ευρώπη τον16ο αιώνα με τα καραβάνια των Πορτογάλων και αργότερα των Ολανδών και των Άγγλων.

Η κανέλα είναι ήδη γνωστή από την Αρχαία Ελλάδα. Φοίνικες, Άραβες και Έλληνες εμπορεύονται από πολύ παλιά με μπαχαρικά. Οι Έλληνες γνώριζαν διάφορους οδούς για να τα προωθήσουν. Η πιο γνωστή θαλάσσια οδός, ξεκινούσε από το Μαλαμπάρ της Ινδίας και διέσχιζε τον Περσικό Κόλπο και τις κυλάδες της Βαβυλωνίας. Μια άλλη οδός ήταν αυτή κατά μήκος των Αραβικών ακτών που διέσχιζε την Ερυθρά θάλασσα.

Άρωμα και γεύση: Το ευχάριστα γλυκό αυστηρό άρωμά της είναι τρυφερό και συγχρόνως έντονο. Η γεύση της χαρακτηρίζεται από μια μοναδική ευωδιά.

 

Το κόλιανδρο (λατ. coriandrum sativum ), είναι γνωστό σαν βότανο με θεραπευτικές ιδιότητες και σαν μυρωδικό. Το όνομά του προέρχεται από την αρχαία λέξη Κόρις (Κοριός ), μάλλον λόγω της αυστηρής μυρουδιάς που χαρακτηρίζει το φυτό στις αρχές του καλοκαιριού. Αυτή εξασθενεί συνήθως όταν ωριμάσει ο καρπός. Επειδή ο καρπός χάνει γρήγορα το άρωμά του, είναι καλύτερα, πριν χρησιμοποιηθούν οι σπόροι, να καβουρντίζονται και να τρίβονται.

Προέλευση: Το κόλιαντρο ανήκει στην κατηγορία των πιο παλιών μπαχαρικών. Έφτασε στη βόρεια Ευρώπη με τους Ρωμαίους. Αναφέρεται στην Βίβλο και γίνεται αρχικά γνωστό σαν θεραπευτικό βότανο κατά της ανορεξίας και διάφορων στομαχικών διαταραχών. Το κόλιαντρο ήταν για τους Κινέζους ελιξίριο μακροζωίας.

Άρωμα και γεύση: Οι ώριμοι καρποί έχουν ένα γλυκό έντονο άρωμα με μια χροιά πιπεριού και βάλσαμου. Η γεύση τους είναι γλυκιά και ελαφριά και διαγύρει την όρεξη. Θυμίζει κάπως την διαπεραστική γεύση των κόντιτων πορτοκαλιού.

 
Η πόλη που ενώνει την Ανατολή με τη Δύση.

Κέντρο εμπορίου και μπαχαρικών, ενώνεται τον 1ο αιώνα μ.χ. με την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και το 330μ.χ. ανακηρύσσεται πρωτεύουσα του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους από τον Μ. Κωνσταντίνο, τον πρώτο χριστιανό αυτοκράτορα του Βυζαντίου.

Μετά την άλωση το 1453 γίνεται πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.